外行 έννοια και προφορά

外行
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

外行 ελληνικός ορισμός

wài háng

  • λαϊκός

HSK level


Χαρακτήρες

  • (wài): εξωτερικός
  • (xíng): σειρά