外表 έννοια και προφορά

外表
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

外表 ελληνικός ορισμός

wài biǎo

  • εμφάνιση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 外 (wài): εξωτερικός
  • 表 (biǎo): τραπέζι