太极拳 έννοια και προφορά

太极拳
Απλοποιημένη λέξη
太極拳
Παραδοσιακή λέξη

太极拳 ελληνικός ορισμός

tài jí quán

  • tai chi

HSK level


Χαρακτήρες

  • 太 (tài): πολύ
  • 极 (jí): πόλος
  • 拳 (quán): γροθιά