失去 έννοια και προφορά

失去
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

失去 ελληνικός ορισμός

shī qù

  • χάνω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 失 (shī): χάνω
  • 去 (qù): συμβαδίζω