娇气 έννοια και προφορά

娇气
Απλοποιημένη λέξη
嬌氣
Παραδοσιακή λέξη

娇气 ελληνικός ορισμός

jiāo qì

  • τάση προς εμετό

HSK level


Χαρακτήρες

  • 娇 (jiāo): τζιάο
  • 气 (qì): αέριο