宝贝 έννοια και προφορά

宝贝
Απλοποιημένη λέξη
寶貝
Παραδοσιακή λέξη

宝贝 ελληνικός ορισμός

bǎo bèi

  • μωρό

HSK level


Χαρακτήρες

  • 宝 (bǎo): θησαυρός
  • 贝 (bèi): κέλυφος