实际 έννοια και προφορά

实际
Απλοποιημένη λέξη
實際
Παραδοσιακή λέξη

实际 ελληνικός ορισμός

shí jì

  • πραγματικός

HSK level


Χαρακτήρες

  • (shí): πραγματικός
  • (jì): ευκαιρία

Παραδείγματα ποινών με 实际

  • 他用了一个实际的例子来说明这个问题。
    Tā yòngle yīgè shíjì de lìzi lái shuōmíng zhège wèntí.