家具 έννοια και προφορά

家具
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

家具 ελληνικός ορισμός

jiā jù

  • επιπλα

HSK level


Χαρακτήρες

  • (jiā): οικογένεια
  • (jù): με

Παραδείγματα ποινών με 家具

  • 搬家后我们换了新家具。
    Bānjiā hòu wǒmen huànle xīn jiājù.