射击 έννοια και προφορά

射击
Απλοποιημένη λέξη
射擊
Παραδοσιακή λέξη

射击 ελληνικός ορισμός

shè jī

  • κυνήγι

HSK level


Χαρακτήρες

  • 射 (shè): βλαστός
  • 击 (jī): κτύπημα