屋子 έννοια και προφορά

屋子
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

屋子 ελληνικός ορισμός

wū zi

  • δωμάτιο

HSK level


Χαρακτήρες

  • 屋 (wū): σπίτι
  • 子 (zi): παιδί