崭新 έννοια και προφορά

崭新
Απλοποιημένη λέξη
嶄新
Παραδοσιακή λέξη

崭新 ελληνικός ορισμός

zhǎn xīn

  • ολοκαίνουργιο

HSK level


Χαρακτήρες

  • (zhǎn): ολοκαίνουργιο
  • (xīn): νέος