巢穴 έννοια και προφορά

巢穴
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

巢穴 ελληνικός ορισμός

cháo xué

  • φωλιά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 巢 (cháo): φωλιά
  • 穴 (xué): τρύπα