巩固 έννοια και προφορά

巩固
Απλοποιημένη λέξη
鞏固
Παραδοσιακή λέξη

巩固 ελληνικός ορισμός

gǒng gù

  • παγιώνω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 巩 (gǒng): δισκοειδής
  • 固 (gù): στερεός