幼稚 έννοια και προφορά

幼稚
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

幼稚 ελληνικός ορισμός

yòu zhì

  • αφελής

HSK level


Χαρακτήρες

  • 幼 (yòu): νέος
  • 稚 (zhì): αφελής