应酬 έννοια και προφορά

应酬
Απλοποιημένη λέξη
應酬
Παραδοσιακή λέξη

应酬 ελληνικός ορισμός

yìng chou

  • καθιστώ κοινωνικόν

HSK level


Χαρακτήρες

  • 应 (yīng): πρέπει
  • 酬 (chóu): ανταμοιβή