弱点 έννοια και προφορά

弱点
Απλοποιημένη λέξη
弱點
Παραδοσιακή λέξη

弱点 ελληνικός ορισμός

ruò diǎn

  • αδυναμία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 弱 (ruò): αδύναμος
  • 点 (diǎn): σημείο