强迫 έννοια και προφορά

强迫
Απλοποιημένη λέξη
強迫
Παραδοσιακή λέξη

强迫 ελληνικός ορισμός

qiǎng pò

  • δύναμη

HSK level


Χαρακτήρες

  • (qiáng): ισχυρός
  • (pò): δύναμη