当务之急 έννοια και προφορά

当务之急
Απλοποιημένη λέξη
當務之急
Παραδοσιακή λέξη

当务之急 ελληνικός ορισμός

dāng wù zhī jí

  • επιτακτικός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 当 (dāng): πότε
  • 务 (wù): υπηρεσία
  • 之 (zhī): του
  • 急 (jí): ανήσυχος