形成 έννοια και προφορά

形成
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

形成 ελληνικός ορισμός

xíng chéng

  • μορφή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 形 (xíng): σχήμα
  • 成 (chéng): να κάνω