急剧 έννοια και προφορά

急剧
Απλοποιημένη λέξη
急劇
Παραδοσιακή λέξη

急剧 ελληνικός ορισμός

jí jù

  • αιχμηρός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 急 (jí): ανήσυχος
  • 剧 (jù): δράμα