悬念 έννοια και προφορά

悬念
Απλοποιημένη λέξη
懸念
Παραδοσιακή λέξη

悬念 ελληνικός ορισμός

xuán niàn

  • αγωνία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 悬 (xuán): κρεμάω
  • 念 (niàn): ανάγνωση