情理 έννοια και προφορά

情理
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

情理 ελληνικός ορισμός

qíng lǐ

  • έννοια

HSK level


Χαρακτήρες

  • 情 (qíng): κατάσταση
  • 理 (lǐ): λόγος