惯例 έννοια και προφορά

惯例
Απλοποιημένη λέξη
慣例
Παραδοσιακή λέξη

惯例 ελληνικός ορισμός

guàn lì

  • σύμβαση

HSK level


Χαρακτήρες

  • (guàn): μεταχειρισμένος
  • (lì): παράδειγμα