意外 έννοια και προφορά

意外
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

意外 ελληνικός ορισμός

yì wài

  • ατύχημα

HSK level


Χαρακτήρες

  • (yì): έννοια
  • (wài): εξωτερικός