慢性 έννοια και προφορά

慢性
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

慢性 ελληνικός ορισμός

màn xìng

  • χρόνιος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 慢 (màn): αργός
  • 性 (xìng): φύλο