慰问 έννοια και προφορά

慰问
Απλοποιημένη λέξη
慰問
Παραδοσιακή λέξη

慰问 ελληνικός ορισμός

wèi wèn

  • συλλυπητήρια

HSK level


Χαρακτήρες

  • (wèi): άνεση
  • (wèn): παρακαλώ