懒惰 έννοια και προφορά

懒惰
Απλοποιημένη λέξη
懶惰
Παραδοσιακή λέξη

懒惰 ελληνικός ορισμός

lǎn duò

  • τεμπέλης

HSK level


Χαρακτήρες

  • 懒 (lǎn): τεμπέλης
  • 惰 (duò): τεμπέλης