成为 έννοια και προφορά

成为
Απλοποιημένη λέξη
成為
Παραδοσιακή λέξη

成为 ελληνικός ορισμός

chéng wéi

  • γίνομαι

HSK level


Χαρακτήρες

  • (chéng): να κάνω
  • (wèi): για

Παραδείγματα ποινών με 成为

  • 几年不见,她现在已经成为了一名医生。
    Jǐ nián bùjiàn, tā xiànzài yǐjīng chéngwéile yī míng yīshēng.
  • 我从小就想成为一名警察。
    Wǒ cóngxiǎo jiù xiǎng chéngwéi yī míng jǐngchá.