扩散 έννοια και προφορά

扩散
Απλοποιημένη λέξη
擴散
Παραδοσιακή λέξη

扩散 ελληνικός ορισμός

kuò sàn

  • διάχυση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 扩 (kuò): επεκτείνουν
  • 散 (sàn): διεσπαρμένος