扰乱 έννοια και προφορά

扰乱
Απλοποιημένη λέξη
擾亂
Παραδοσιακή λέξη

扰乱 ελληνικός ορισμός

rǎo luàn

  • διαταράσσει

HSK level


Χαρακτήρες

  • 扰 (rǎo): διαταράσσει
  • 乱 (luàn): χάος