拿 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

拿 ελληνικός ορισμός

  • παίρνω

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : to apprehend; to take;
  • : neptunium (chemistry);

Παραδείγματα ποινών με 拿

  • 请大家把作业本儿拿出来。
    Qǐng dàjiā bǎ zuòyè běn er ná chūlái.
  • 服务员,请帮我拿一下菜单。
    Fúwùyuán, qǐng bāng wǒ ná yīxià càidān.
  • 你手里拿的是什么?
    Nǐ shǒu lǐ ná de shì shénme?
  • 请您拿好登机牌,准备登机。
    Qǐng nín ná hǎo dēng jī pái, zhǔnbèi dēng jī.
  • 麻烦您帮我拿个杯子好吗?
    Máfan nín bāng wǒ ná gè bēizi hǎo ma?

Λέξεις που περιέχουν 拿, ανά επίπεδο HSK