按摩 έννοια και προφορά

按摩
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

按摩 ελληνικός ορισμός

àn mó

  • μασάζ

HSK level


Χαρακτήρες

  • 按 (àn): τύπος
  • 摩 (mó): μω