挑剔 έννοια και προφορά

挑剔
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

挑剔 ελληνικός ορισμός

tiāo ti

  • επιλεκτικοί

HSK level


Χαρακτήρες

  • 挑 (tiāo): διαλέγω
  • 剔 (tī): τσιμπούρι