挑拨 έννοια και προφορά

挑拨
Απλοποιημένη λέξη
挑撥
Παραδοσιακή λέξη

挑拨 ελληνικός ορισμός

tiǎo bō

  • παίζω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 挑 (tiāo): διαλέγω
  • 拨 (bō): καντράν