排练 έννοια και προφορά

排练
Απλοποιημένη λέξη
排練
Παραδοσιακή λέξη

排练 ελληνικός ορισμός

pái liàn

  • επαναλαμβάνω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 排 (pái): σειρά
  • 练 (liàn): πρακτική