排 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

排 ελληνικός ορισμός

pái

  • σειρά

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : not serious; variety show;
  • : αναποφάσιστος
  • : raft; shield; stern of junk;
  • : μάρκα
  • : bamboo raft;
  • : carriage (archaic);

Παραδείγματα ποινών με 排

  • 这个周末你有什么安排?
    Zhège zhōumò nǐ yǒu shé me ānpái?
  • 下午的会议,我已经安排好了。
    Xiàwǔ de huìyì, wǒ yǐjīng ānpái hǎole.
  • 他的安排让大家都很满意。
    Tā de ānpái ràng dàjiā dōu hěn mǎnyì.
  • 请把这些盒子按照从大到小的顺序排列。
    Qǐng bǎ zhèxiē hézi ànzhào cóng dà dào xiǎo de shùnxù páiliè.
  • 我加入了学校的排球队。
    Wǒ jiārùle xuéxiào de páiqiú duì.

Λέξεις που περιέχουν 排, ανά επίπεδο HSK