排除 έννοια και προφορά

排除
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

排除 ελληνικός ορισμός

pái chú

  • αποκλείω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 排 (pái): σειρά
  • 除 (chú): εκτός