探望 έννοια και προφορά

探望
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

探望 ελληνικός ορισμός

tàn wàng

  • επίσκεψη

HSK level


Χαρακτήρες

  • (tàn): εξερευνώ
  • (wàng): ελπίδα