探索 έννοια και προφορά

探索
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

探索 ελληνικός ορισμός

tàn suǒ

  • εξερευνώ

HSK level


Χαρακτήρες

  • 探 (tàn): εξερευνώ
  • 索 (suǒ): έτσι