推理 έννοια και προφορά

推理
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

推理 ελληνικός ορισμός

tuī lǐ

  • αιτιολογία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 推 (tuī): σπρώξτε
  • 理 (lǐ): λόγος