搅拌 έννοια και προφορά

搅拌
Απλοποιημένη λέξη
攪拌
Παραδοσιακή λέξη

搅拌 ελληνικός ορισμός

jiǎo bàn

  • ταραχή

HSK level


Χαρακτήρες

  • (jiǎo): ταραχή
  • (bàn): μείγμα