搓 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

搓 ελληνικός ορισμός

cuō

  • συστροφή

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : to pick up (a powder etc) with the fingertips; to scoop up; to collect together; to extract; to gather up; classifier: pinch;
  • : συζητώ
  • : απόβλητα

Λέξεις που περιέχουν 搓, ανά επίπεδο HSK