搭档 έννοια και προφορά

搭档
Απλοποιημένη λέξη
搭檔
Παραδοσιακή λέξη

搭档 ελληνικός ορισμός

dā dàng

  • εταίρος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 搭 (dā): παίρνω
  • 档 (dàng): αρχεία