搭配 έννοια και προφορά

搭配
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

搭配 ελληνικός ορισμός

dā pèi

  • αγώνας

HSK level


Χαρακτήρες

  • 搭 (dā): παίρνω
  • 配 (pèi): αγώνας