擅长 έννοια και προφορά

擅长
Απλοποιημένη λέξη
擅長
Παραδοσιακή λέξη

擅长 ελληνικός ορισμός

shàn cháng

  • καλός σε

HSK level


Χαρακτήρες

  • 擅 (shàn): καλός σε
  • 长 (cháng): μακρύς