操练 έννοια και προφορά

操练
Απλοποιημένη λέξη
操練
Παραδοσιακή λέξη

操练 ελληνικός ορισμός

cāo liàn

  • πρακτική

HSK level


Χαρακτήρες

  • 操 (cāo): γαμώ
  • 练 (liàn): πρακτική