斩钉截铁 έννοια και προφορά

斩钉截铁
Απλοποιημένη λέξη
斬釘截鐵
Παραδοσιακή λέξη

斩钉截铁 ελληνικός ορισμός

zhǎn dīng jié tiě

  • αποφασιστικά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 斩 (zhǎn): τομή
  • 钉 (dīng): καρφί
  • 截 (jié): τομή
  • 铁 (tiě): σίδερο