新闻 έννοια και προφορά

新闻
Απλοποιημένη λέξη
新聞
Παραδοσιακή λέξη

新闻 ελληνικός ορισμός

xīn wén

  • νέα

HSK level


Χαρακτήρες

  • (xīn): νέος
  • (wén): μυρωδιά

Παραδείγματα ποινών με 新闻

  • 我上网去看看新闻。
    Wǒ shàngwǎng qù kàn kàn xīnwén.
  • 我每天晚上七点都看新闻。
    Wǒ měitiān wǎnshàng qī diǎn dōu kàn xīnwén.