无精打采 έννοια και προφορά

无精打采
Απλοποιημένη λέξη
無精打采
Παραδοσιακή λέξη

无精打采 ελληνικός ορισμός

wú jīng dǎ cǎi

  • αδιάφορος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 无 (wú): όχι
  • 精 (jīng): πρόστιμο
  • 打 (dǎ): κτύπημα
  • 采 (cǎi): διαλέγω