时刻 έννοια και προφορά

时刻
Απλοποιημένη λέξη
時刻
Παραδοσιακή λέξη

时刻 ελληνικός ορισμός

shí kè

  • χρόνος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 时 (shí): χρόνος
  • 刻 (kè): σκαλιστός